Ηλικιακή εκφύλιση ωχράς κηλίδας

Η ωχρά κηλίδα είναι μια ανατομική περιοχή στο κέντρο του αμφιβληστροειδούς. Δεν είναι μεγαλύτερη από 1mm έχει όμως την μεγαλύτερη πυκνότητα αισθητηριακών κυττάρων(κωνία) απ’όλο τον υπόλοιπο αμφιβληστροειδή. Είναι υπεύθυνη για την κεντρική μας όραση και για την λεπτομερή όραση(διάβασμα μικρών γραμμάτων κ.λ.π.) Με την πάροδο της ηλικίας δημιουργούνται αλλοιώσεις στην περιοχή της ωχράς σαν συνέπεια της γήρανσης των κυττάρων. Η ακριβής αιτία της εκφύλισης της ωχράς δεν είναι απόλυτα γνωστή. Έχουν ενοχοποιηθεί διάφοροι παράγοντες κινδύνου χωρίς και αυτό να είναι σαφές όπως:

  • Κληρονομικότητα
  • Κακές διατροφικές συνήθειες οι οποίες μέσω του σχηματισμού ελευθέρων ριζών προκαλούν οξειδωτικό στρες στα κύτταρα(όπως μεγάλη κατανάλωση κόκκινου κρέατος)
  • Παχυσαρκία, Υπερχοληστεριναιμία
  • Κάπνισμα
  • Υπέρταση
  • Μακρόχρονη έκθεση στην ηλιακή ακτινοβολία χωρίς προστασία με γυαλιά ηλίου.

Η εκφύλιση της ωχράς διαχωρίζεται στην Ξηρά μορφή και στην Υγρά μορφή.

Η ξηρά μορφή είναι η πιο συνηθισμένη και οφείλεται στην προοδευτική λέπτυνση της ωχράς λόγω ατροφικών διαταραχών.

Εξελίσσεται αργά με σταδιακή μείωση της όρασης σε βάθος χρόνου. Η ξηρά μορφή μερικές φορές είναι δυνατό να μεταπέσει σε υγρά μορφή, γι’ αυτό όλοι οι ασθενείς με αυτή την πάθηση πρέπει να ελέγχονται τακτικά και κάθε αλλαγή στην όραση πρέπει να εκτιμάται άμεσα. Ακόμη και σήμερα δεν υπάρχει ουσιαστική θεραπεία την πάθησης αυτής, παρ’ όλα αυτά μερικοί ασθενείς μπορεί να ωφεληθούν έχοντας καθυστέρηση στην εξέλιξη της πάθησης, με την λήψη συμπληρωμάτων διατροφής που περιέχουν διάφορες βιταμίνες και ιχνοστοιχεία. Τα τελευταία χρόνια γίνεται μία μεγάλη προσπάθεια αντιμετώπισης της πάθησης με την μεταμόσχευση εμβρυϊκών βλαστικών κυττάρων κάτω από τον αμφιβληστροειδή στην περιοχή της ωχράς. Τα μέχρι στιγμής αποτελέσματα μετά την πιλοτική εφαρμογή της μεθόδου είναι άκρως ενθαρρυντικά. Απ’ ότι φαίνεται αυτή η μέθοδος ίσως στο εγγύς μέλλον να είναι η λύση στην αντιμετώπιση μιας πάθησης που μέχρι σήμερα είναι ουσιαστικά χωρίς θεραπεία.

Η υγρά μορφή είναι σπανιότερη αλλά προκαλεί ταχύτερη διαταραχή της κεντρικής όρασης.

Οφείλεται στην ανάπτυξη νεοαγγείων που προέρχονται από τον χοριοειδή χιτώνα κάτω από την ωχρά, τα οποία έχουν παθολογικό τοίχωμα και πολύ εύκολα διαρρέουν υγρό ή αίμα και έτσι προκαλούν αιμορραγίες και οίδημα στην περιοχή της ωχράς. Ο αμφιβληστροειδής ως νευρικός ιστός που είναι, δεν μπορεί να ζήσει σε υγρό περιβάλλον και τα κύτταρα του πεθαίνουν από ‘’ασφυξία’’. Τα συμπτώματα της υγράς μορφής εκφύλισης της ωχράς είναι η αιφνίδια διαταραχή της κεντρικής όρασης με παραμορφωψία (βλέπουν παραμορφωμένα τα αντικείμενα), θολή και σκοτεινή κεντρική όραση με ξεθωριασμένα τα χρώματα. Δεν μπορούν να διακρίνουν λεπτομέρειες στα πρόσωπα και δεν μπορούν να διαβάσουν.

Η διάγνωση της εκφύλισης της ωχράς γίνεται με την βυθοσκόπηση, την οπτική τομογραφία συνοχής (OCT) και την φλουοραγγειογραφία. Η βασική εξέταση παρακολούθησης της πάθησης είναι η OCT.

H αντιμετώπιση της υγράς μορφής εκφύλισης της ωχράς έχει περάσει από πολλά στάδια.

Παλαιότερα σαν την μόνη λύση είχαμε το θερμικό Laser με το οποίο με οδηγό την φλουοραγγειογραφία κάναμε φωτοπηξία των νεοαγγείων με την προϋπόθεση ότι δεν ήταν κάτω από το κέντρο της ωχράς(κεντρικό βοθρίο). Αυτή η μέθοδος σχεδόν πάντα είχε υποτροπή της πάθησης. Ακολούθησε η Φωτοδυναμική θεραπεία η οποία είχε σαν στόχο να φράξει τα παθολογικά νεοαγγεία. Και με αυτή την μέθοδο παρατηρούνται πολλές υποτροπές έτσι ώστε να χρειάζονται επαναλαμβανόμενες συνεδρίες. Τα τελευταία χρόνια εφαρμόζεται μία νέα θεραπεία που είναι οι ενδοϋαλοειδικές ενέσεις με παράγοντες anti- VEGF. Οι παράγοντες αυτοί έχουν την ικανότητα να μπλοκάρουν τους VEGF που ευνοούν την ανάπτυξη των αιμοφόρων νεοαγγείων που προκαλούν την πάθηση. Οι ενέσεις αυτές γίνονται σε αποστειρωμένο περιβάλλον (προτιμότερο το χειρουργείο) και δύνανται να επαναληφθούν ανάλογα την ανταπόκριση της πάθησης. Αυτό ελέγχεται με την τακτική εξέταση με OCT . Με τη θεραπεία αυτή μπορεί να σταθεροποιηθεί πάνω από το 75% των περιστατικών ενώ σε πάνω από τα μισά περιστατικά επιτυγχάνεται βελτίωση της όρασης. Η έγκαιρη διάγνωση της πάθησης είναι πολύ σημαντική διότι με την θεραπεία με τους anti-VEGF παράγοντες μπορούμε να διατηρήσουμε λειτουργική όραση σε μία πάθηση η οποία πριν μερικά χρόνια με μαθηματική ακρίβεια οδηγούσε σε καταστροφή της κεντρικής όρασης.